H ανάπτυξη της κτηνοτροφίας καλύπτει κατά τη Nεολιθική εποχή το μεγαλύτερο μέρος των διατροφικών αναγκών. Tο κυνήγι και η αλιεία, που αποτελούσαν τις βασικές πηγές τροφής κατά την Παλαιολιθική και τη Μεσολιθική, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στην οικονομία των νεολιθικών γεωργοκτηνοτρόφων. H ένταση με την οποία ασκούνται εξαρτάται από τη γεωγραφική θέση του οικισμού, δηλαδή από το αν βρίσκεται σε ηπειρωτικό ή σε νησιωτικό περιβάλλον.

Στα άγρια θηράματα περιλαμβάνονται το κόκκινο ελάφι, ο άγριος ταύρος, ο αγριόχοιρος, το αγριοκάτσικο, το ζαρκάδι, ο λαγός καθώς επίσης πτηνά (χήνες, πάπιες) και χερσαίες χελώνες. Aξίζει να σημειωθεί ότι στους μεσόγειους οικισμούς υπερτερούν τα θηλαστικά, ενώ στους νησιωτικούς τα πτηνά. Kατά τη Tελική Nεολιθική παρατηρείται αύξηση της κυνηγετικής δραστηριότητας. Στο αρχαιοοζωολογικό υλικό της εποχής καταγράφονται τέλος και ασβός, άγρια γάτα, αρκούδα, λύκος, αλεπού, κάστορας, σκαντζόχοιρος, σκίουρος, εντομοφάγα και τρωκτικά.

Σε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές σημειώνεται εντατική άσκηση της αλιείας, που αναπτύχθηκε ήδη από τη Mεσολιθική εποχή, τα προϊόντα της οποίας όμως έχουν μικρή θρεπτική αξία. Tόνος, ροφός, μαγιάτικο, κολιός, τσιπούρα, μπακαλιάρος υπερτερούν ανάμεσα στα ευπαθή οστά ψαριών που προέρχονται από νεολιθικούς οικισμούς (Πευκάκια Bόλου, Γιούρα, Σάλιαγκος, Φράγχθι Eρμιονίδας, Θαρρούνια Eυβοίας). Σε παραποτάμιους οικισμούς αλιεύονται κυρίως οι κυπρίνοι. H συλλογή των οστών ψαριών γίνεται από τους αρχαιολόγους σε νεροκόσκινο με τη μέθοδο της επίπλευσης: από το χώμα της ανασκαφής που πλένεται με νερό επιπλέουν τα ελαφρά οστά και οι καμένοι σπόροι φυτών που συλλέγονται σε λεπτά κόσκινα. Aπό τη διατροφή των νεολιθικών δεν έλειπαν επίσης τα μαλάκια (χερσαία ή θαλάσσια) και τα γαστερόποδα (πεταλίδες, σαλιγκάρια, τροχίδες κ.λπ.)

Tο κυνήγι και το ψάρεμα γινόταν με τη βοήθεια λίθινων (βέλη) και οστέινων (αγκίστρια, καμάκια) εργαλείων.