ΕΛΛΑΔΑ
Αθήνα     Θεσσαλονίκη     Φίλιπποι

Θεσσαλονίκη: Tο δεύτερο κέντρο της αυτοκρατορίας
  Ήδη από τους Πρώιμους Bυζαντινούς χρόνους, η Θεσσαλονίκη εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα διοικητικά και πολιτιστικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Το 536 έγινε η διοικητική πρωτεύουσα της υπαρχίας του Ιλλυρικού (praefecturae praetorio per Illyricum) από τον Ιουστινιανό. Τα μνημεία της αρχαίας πόλης, δηλαδή ο ιππόδρομος και το παρακείμενο ανάκτορο του αυτοκράτορα Γαλέριου, τα λουτρά και η Αγορά, διατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των Πρώιμων Bυζαντινών χρόνων, αλλά το επίκεντρο της αστικής ζωής μετατοπίστηκε προς τα εκκλησιαστικά ιδρύματα.
  Η θολοσκεπής Ροτόντα χτίστηκε από το Γαλέριο, γύρω στο 300, πιθανόν ως μαυσωλείο του. Στα μέσα του 5ου αιώνα μετατράπηκε σε ναό αφιερωμένο στους αγίους Ασωμάτους, ενώ μέχρι σήμερα -αβέβαιο από πότε- είναι γνωστός ως του αγίου Γεωργίου. Το κτήριο διατηρεί μεγάλο μέρος από τη θαυμάσια ψηφιδωτή διακόσμηση του 5ου (ή πιθανόν του 6ου) αιώνα που περιλαμβάνει μάρτυρες αγίους, αγγέλους και το Χριστό σε δόξα (παράσταση η οποία δε σώζεται).
  Αρκετές άλλες εκκλησίες χτίστηκαν τον 5ο και 6ο αιώνα, όλες διακοσμημένες με πολυτελή ψηφιδωτά και μάρμαρο που είχε μεταφερθεί από τα λατομεία της Προκοννήσου στη θάλασσα του Μαρμαρά. Από αυτές η Αχειροποίητος (450-470), που σώζεται ακέραιη μέχρι σήμερα, αποτελεί υπόδειγμα του αρχιτεκτονικού ρυθμού της περιοχής του Αιγαίου. Είναι μία απλή βασιλική με υπερώα πάνω από τα κλίτη και το νάρθηκα. Ο τελευταίος οδηγούσε στον κυρίως ναό μέσω του τρίβηλου, ενώ τα κλίτη διαχωρίζονταν με θωράκια. Σε κάθε κιονοστοιχία οι βάσεις, οι κορμοί των κιόνων και τα κιονόκρανα είναι ομοιογενή. Τα θαυμάσια κιονόκρανα της κατώτερης ζώνης με διπλές σειρές βαθιά σκαλιστών φύλλων άκανθας, που δίνουν την εντύπωση δαντέλας, και τα ιωνικά κιονόκρανα με επιθήματα διακοσμημένα με φύλλα και κληματίδες προσδίδουν μία κλασική χροιά. Η ορθομαρμάρωση κάλυπτε τους τοίχους στα κλίτη, τα δάπεδα των οποίων ήταν στρωμένα με μαρμαροθετήματα (opus sectile). Ψηφιδωτά διακοσμούσαν τον ημικύλινδρο της αψίδας του ιερού, τα δάπεδα και τα εσωράχια των τοξοστοιχιών τόσο του ισογείου όσο και των υπερώων.
  Μία τεράστια, πλούσια διακοσμημένη βασιλική αφιερωμένη στον άγιο Δημήτριο κτίστηκε στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα πάνω από το ρωμαϊκό λουτρό, όπου σύμφωνα με την παράδοση είχε μαρτυρήσει ο άγιος. Το θεμέλιο του λουτρού μετατράπηκε σε κρύπτη, η οποία βρίσκεται κάτω από την Αγία Τράπεζα. Στους Πρώιμους Bυζαντινούς χρόνους, όμως, το επίκεντρο της λατρείας ήταν ένα εξαγωνικό κιβώριο, που βρισκόταν στη βόρεια πλευρά του κυρίως ναού και ήταν διακοσμημένο με την αργυρή εικόνα του αγίου. Η τοπική πίστη ήθελε τη σωρό του αγίου κάτω από το κιβώριο: όταν ο Ιουστινιανός αναζήτησε το λείψανο του Αγίου Δημητρίου μέσα στη βασιλική, μία υπερφυσική φωνή και μία φωτιά σταμάτησαν τους άντρες που έσκαβαν στην εκκλησία και στάλθηκε στον αυτοκράτορα χώμα που ευωδίαζε και που είχε βιαστικά συλλεχθεί σε εκείνο το σημείο. Σε μεταγενέστερη εποχή, ο τάφος του αγίου μεταφέρθηκε στην κρύπτη, που εξοπλίστηκε (πιθανόν τον 10ο αιώνα) με ένα σύνθετο σύστημα αγωγών απ' όπου εκχυνόταν "θαυματουργό" έλαιο.
  Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι πεντάκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος. Η είσοδος από το νάρθηκα στον κυρίως ναό γίνεται από το χαρακτηριστικό τρίβηλο. Τα πλάγια κλίτη καλύπτονται με υπερώα και ο φωτισμός τους, όπως και του μεσαίου κλίτους, επιτυγχάνεται με τους φωταγωγούς. Ένας υπερυψωμένος διάδρομος (σολέα) αρχικά συνέδεε το βήμα, που βρισκόταν στο κέντρο του εγκάρσιου κλίτους, με τον άμβωνα, ο οποίος ήταν τοποθετημένος στον ίδιο άξονα, στον κυρίως ναό.
  Ο κυρίως ναός ξαναχτίστηκε ύστερα από μία μεγάλη πυρκαγιά, που ξέσπασε περίπου το 620-630. Οι κορμοί των κιόνων, οι βάσεις, τα κιονόκρανα, και η μαρμάρινη επένδυση της τοξοστοιχίας παραχώθηκαν άτακτα. Θραύσματα του 5ου αιώνα, δηλαδή κιονόκρανα ακάνθων, διζωνικά κιονόκρανα με κεφάλια ζώων, κιονόκρανα με ανεμίζοντα φύλλα και ιωνικά επιθήματα κιονοκράνων, έχουν συνδυαστεί με πτυχωτά κιονόκρανα του 6ου αιώνα, παρόμοια με αυτά του ναού των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη.
  Ο ναός ξανακάηκε το 1917, οπότε και καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος των ψηφιδωτών του 6ου και 7ου αιώνα. Αποτελούσαν μία σειρά από αναθηματικές παραστάσεις, όπου οι δωρητές ζητούσαν τη θαυματουργή παρέμβαση του Δημητρίου -του κύριου προστάτη αγίου της Θεσσαλονίκης- ή τον ευχαριστούσαν για κάποια θαυματουργή θεραπεία. Σε μία περίπτωση, ο άγιος Δημήτριος παρουσιάζει έναν αφιερωτή στην ένθρονη Παναγία, την οποία φρουρούν δύο άγγελοι, και σε ένα δεόμενο άγιο, πιθανόν τον άγιο Θεόδωρο. Το ψηφιδωτό χρονολογείται στον 6ο αιώνα.