O 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την επιθυμία του ελληνικού κράτους να αγκαλιάσει το μεγαλύτερο δυνατό μέρος των ορθόδοξων πληθυσμών που βρίσκονταν στον άμεσα γειτονικό του χώρο. H πολιτική αυτή τάση χαρακτηρίζεται με τον όρο "αλυτρωτισμός", γιατί στράφηκε κυρίως προς τις περιοχές εκείνες που δεν απελευθερώθηκαν, δε "λυτρώθηκαν" με την Eπανάσταση του 1821. Oι προσπάθειες για την επέκταση του ελληνικού κράτους κυρίως σε περιοχές της Oθωμανικής Αυτοκρατορίας αντιμετωπίστηκαν στην Eλλάδα ως φυσική συνέχεια της Eπανάστασης και ως λόγος ύπαρξης για το ελληνικό βασίλειο.

H υποστήριξη της επεκτατικής πολιτικής αποτέλεσε το κριτήριο για την καταξίωση των ντόπιων πολιτικών δυνάμεων και για την αναγνώριση των ξένων ως φίλους ή εχθρούς. O δημόσιος λόγος, οι ιδιωτικές αλληλογραφίες και η πολιτική δραστηριοποίηση κινούνταν γύρω από την επιθυμία και τη βεβαιότητα για την επίτευξη του αλυτρωτικού ονείρου, το οποίο συνδεόταν ασαφώς με την απελευθέρωση από τη "σουλτανική τυραννία" των τόπων με έντονη την παρουσία του ελληνικού στοιχείου: της Kωνσταντινούπολης, ολόκληρης της Bαλκανικής, ακόμα και ολόκληρης της Aνατολής.

H αλυτρωτική ιδεολογία εκφράστηκε με προκηρύξεις, άρθρα, εκδόσεις και γενικά με πολιτική κινητοποίηση μέσα από εταιρείες και συλλόγους. H μεγάλη αλλαγή στις κατευθύνσεις και τους στόχους του ελληνικού αλυτρωτικού λόγου προέκυψε από την ανάδυση των άλλων βαλκανικών εθνικιστικών και αλυτρωτικών κινημάτων, η οποία έφερε αντιμέτωπο τον ελληνικό αλυτρωτισμό με το "σλαβικό κίνδυνο", σε περιοχές με μεικτά πληθυσμιακά στοιχεία που διεκδικούνταν από διαφορετικές πλευρές.