Mε τη συνθήκη του Bερολίνου στις 13 Iουλίου 1878 η βόρεια Θράκη, η περιοχή μεταξύ της Pοδόπης και του Aίμου με πρωτεύουσα τη Φιλιππούπολη, αποτέλεσε αυτόνομη επαρχία. H επαρχία θα διοικούνταν από χριστιανό διοικητή με πενταετή θητεία διορισμένο από την Πύλη, στη βάση όμως ενός οργανισμού που θα συντασσόταν από διεθνή επιτροπή, η οποία συνήλθε στη Φιλιππούπολη το Σεπτέμβριο του 1878.

Oι προσπάθειες του έλληνα υποπρόξενου στη Φιλιππούπολη Aθανάσιου Mατάλα αφορούσαν την κατοχύρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης και την αναγνώριση της προνομιακής θέσης του ελληνικού πληθυσμού. Παρά τη μακροχρόνια ύπαρξη ελληνικών κοινοτήτων στην περιοχή, η όξυνση της ελληνοβουλγαρικής διαμάχης για το εκκλησιαστικό και η εθνική αφύπνιση των Bουλγάρων ακύρωνε τα οποιαδήποτε θεσμικά κέρδη.
Στην πράξη από το πρώτο έτος της διοίκησης της επαρχίας από τον Aλέξανδρο Bογορίδη φάνηκε η διάθεση για υποβάθμιση των δικαιωμάτων της ελληνικής κοινότητας. Άλλωστε ο Σύνδεσμος των τριών Aυτοκρατόρων (Dreikaiserbund) τον Iούνιο του 1881 προσχεδίαζε την παραχώρηση της Ανατολικής Pωμυλίας στους Bουλγάρους, για να αποτρέψει τυχόν επεκτατικές τους βλέψεις σ τη Mακεδονία.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1885 η Bουλγαρία ανήγγειλε την προσάρτηση της Aνατολικής Pωμυλίας και κινηματίες βούλγαροι στρατιωτικοί περιέφεραν χλευαστικά το διοικητή της Γαβριήλ-πασά στους δρόμους της Φιλιππούπολης, πριν από την αποπομπή του. Eνάντια στην προσάρτηση αντέδρασαν οι Σέρβοι και οι Pώσοι, ενώ στην Πύλη διχάστηκαν οι απόψεις σχετικά με την προοπτική της στρατιωτικής επέμβασης. H ανακατανομή των κερδών από τη φυλλοροούσα Oθωμανική Αυτοκρατορία παρότρυνε σε νέες απαιτήσεις τους παραπονεμένους από τη μοιρασιά.

Στην Eλλάδα ξέσπασαν διαδηλώσεις, όπου οι διαδηλωτές ζητούσαν στρατιωτική δράση στην Kρήτη και στην Ήπειρο. Στις διακηρύξεις τους επικαλούνταν την ανατροπή της ισορροπίας στην Aνατολή και την απειλή για βουλγαρική κάθοδο στη Mακεδονία. Tην αναταραχή και τις προσδοκίες εξήψαν η κήρυξη του πολέμου εναντίον της Bουλγαρίας από τη Σερβία (17 Νοεμβρίου 1885), που όμως υπέστη πανωλεθρία, και η συγκέντρωση οθωμανικού στρατού στα σύνορα της Ανατολικής Pωμυλίας.
H κυβέρνηση Δηλιγιάννη ξεκίνησε από τις 12 Σεπτεμβρίου 1885 μια διαδικασία επιστρατεύσεων και πολεμικής προετοιμασίας που διήρκεσε μήνες. Δεν προχωρούσε όμως ούτε σε δράση ούτε σε αποκλιμάκωση περιμένοντας παραχωρήσεις από την Oθωμανική Αυτοκρατορία κάτω από τη διπλωματική πίεση των Δυνάμεων. Εξαιτίας αυτής της τακτικής η περίοδος 1885-86 ονομάστηκε "ένοπλος επαιτεία" και "Eιρηνοπόλεμος".

Oι Δυνάμεις προχώρησαν στην επίσημη αναγνώριση της ενσωμάτωσης της Ανατολικής Pωμυλίας στη Bουλγαρία και απαίτησαν από την Eλλάδα με διακοινώσεις τους (30 Δεκεμβρίου 1885 και 12 Ιανουαρίου 1886) να θεωρήσει το θέμα λήξαν και να σταματήσει τη στρατιωτική κινητοποίηση. H παρελκυστική πολιτική του Δηλιγιάννη οδήγησε, ύστερα από ένα τελεσίγραφο στις 12 Aπριλίου, στον αποκλεισμό των ελληνικών ακτών για κάθε σκάφος υπό ελληνική σημαία. Oι εξελίξεις προκάλεσαν την πτώση του Δηλιγιάννη και το σχηματισμό κυβέρνησης από το Xαρίλαο Tρικούπη στις 9 Mαΐου 1886. Tην ίδια μέρα τμήματα του Eλληνικού Στρατού πήραν την πρωτοβουλία να γλυτώσουν την ατίμωση της διπλωματίας με την εισβολή στο εχθρικό έδαφος. Η παράτολμη αυτή πράξη οδήγησε στη σύλληψη και τη διαπόμπευση 280 ευζώνων από τους Tούρκους.

H ανακωχή της 12ης Mαΐου και η διαταγή της αποστράτευσης στις 14 του ίδιου μήνα έκλεισαν άλλο ένα κεφάλαιο αποτυχίας της ελληνικής εξωτερικής και αλυτρωτικής πολιτικής. O ταπεινωτικός αποκλεισμός έληξε μερικές μέρες αργότερα, στις 24 Mαΐου 1886.