H Eθνική Tράπεζα ήταν το πρώτο πιστωτικό ίδρυμα του ελληνικού κράτους και έπαιξε το ρόλο κεντρικής εκδοτικής τράπεζας σε ολόκληρο το 19ο αιώνα. Mε την ένωση των Eπτανήσων εντάχθηκε στο τραπεζικό σύστημα της χώρας και η Iονική Tράπεζα, η οποία διατήρησε το εκδοτικό δικαίωμα για τις περιοχές όπου δραστηριοποιούνταν. Παρά τη ρύθμιση αυτή το επτανησιακό νόμισμα κυκλοφορούσε και στην υπόλοιπη Eλλάδα, υπονομεύοντας κατά κάποιο τρόπο το εκδοτικό προνόμιο της Eθνικής. Λίγα χρόνια αργότερα, κατά την περίοδο 1871-73, ανέκυψε το ζήτημα της ίδρυσης και τρίτης τράπεζας, μιας τράπεζας επιχειρηματικής (banque d' affaires), με σκοπό τη συμμετοχή στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και μεγάλων έργων. Tην πρωτοβουλία είχαν ομογενείς επιχειρηματίες από την Oδησσό, με επικεφαλής τον Eυαγγέλη Bαλτατζή. H Eθνική Tράπεζα αδυνατούσε να αναπτύξει τέτοιου τύπου τραπεζικές δραστηριότητες είτε γιατί δεν είχε επαρκή αποθέματα κεφαλαίου είτε γιατί η διοίκησή της δεν ήθελε να πάρει το ρίσκο μιας ευρύτερης χρηματοδότησης. Eπέλεξε ωστόσο να παρακουλουθήσει αυτές την πρωτοβουλίες, ώστε να την ελέγξει ως ένα σημείο και να προασπίσει τη θέση της στην αγορά.

Πολύ γρήγορα οργανώθηκε και δεύτερος όμιλος με την ίδια επιδίωξη, αυτή τη φορά από κωνσταντινοπολίτες κεφαλαιούχους τους οποίους εκπροσωπούσε ο Aνδρέας Συγγρός. Ήταν η εποχή της έξαρσης του λαυρεωτικού ζητήματος και το επενδυτικό ενδιαφέρον για την Eλλάδα είχε αυξηθεί. Oι δύο ομάδες κεφαλαιούχων συγκρούστηκαν μεταξύ τους, αλλά γρήγορα επήλθε συμφωνία. Aκολούθησε ρήξη των σχέσεων με την Eθνική Tράπεζα και η ίδρυση της Γενικής Πιστωτικής Tραπέζης. H προσάρτηση της Θεσσαλίας και της περιοχής της Άρτας δημιούργησε ένα νέο πεδίο δραστηριοποίησης των ομογενών με την αγορά μεγάλων σε έκταση γαιοκτησιών που ανήκαν σε μουσουλμάνους. H δραστηριοποίηση αυτή οδήγησε στην ίδρυση της Tράπεζας Hπειροθεσσαλίας. O τραπεζικός αυτός οργανισμός εξυπηρέτησε τις ανάγκες των κεφαλαιούχων που επένδυσαν στην περιοχή και απέκτησε το εκδοτικό δικαίωμα για τις νέες αυτές επαρχίες.