Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 25ης Aπριλίου/7ης Μαΐου 1832 η διακυβέρνηση της χώρας έως την ενηλικίωση του Όθωνα (Ιούνιος 1835) περιερχόταν σε ειδικά συγκροτημένο για το σκοπό αυτό όργανο, την αντιβασιλεία. Η επιλογή των τριών αντιβασιλέων, ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους όπως και του τρόπου λήψεως αποφάσεων ανατέθηκαν στον Λουδοβίκο της Βαυαρίας. Ο τελευταίος, το φθινόπωρο του 1832 διόρισε τον κόμη Άρμανσμπεργκ ως πρόεδρο της αντιβασιλείας και ως μέλη τον κόμη Μάουρερ και το στρατηγό Έυδεκ. Γραμματέας και αναπληρωματικό μέλος τοποθετήθηκε ο βαυαρός διπλωμάτης Άμπελ, ενώ αναπληρωματικό μέλος υπήρξε και ο Γκραίνερ. Όλοι τους υπήρξαν πρόσωπα με πείρα στην άσκηση εξουσίας. Ο Άρμανσμπεργκ ήταν αρχηγός του συνταγματικού κόμματος της Βαυαρίας, γεγονός που του εξασφάλιζε την εύνοια της Αγγλίας, και είχε διατελέσει υπουργός Οικονομικών έως το 1830. Ο Μάουρερ υπήρξε διαπρεπής νομομαθής. Ήταν καθηγητής Δικαίου και διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης. Ο Έυδεκ ήταν γνωστός ως επιφανής φιλέλληνας και είχε προσέλθει στις επαναστατημένες περιοχές στα 1826 ως απεσταλμένος του Λουδοβίκου. Έλαβε μέρος μάλιστα σε ορισμένες μάχες αλλά και στους εσωτερικούς πολιτικούς ανταγωνισμούς, υποστηρίζοντας τη ρωσόφιλη πλευρά.

Οι αρμοδιότητες των μελών της αντιβασιλείας ορίσθηκαν ως εξής: ο Άρμανσμπεργκ είχε τη γενικότερη εποπτεία. Ο Μάουρερ αναλάμβανε τα ζητήματα Παιδείας, Δικαιοσύνης καθώς και το εκκλησιαστικό ζήτημα. Ο Έυδεκ είχε την ευθύνη των στρατιωτικών και ναυτικών ζητημάτων, ενώ στον Άμπελ ανατέθηκαν η εσωτερική διοίκηση και οι εξωτερικές υποθέσεις. Τα οικονομικά ανατέθηκαν στον Γκραίνερ, ο οποίος θα λειτουργούσε και ως σύνδεσμος ανάμεσα στην αντιβασιλεία και τα υπουργεία. Οι αποφάσεις τέλος θα λαμβάνονταν κατά πλειοψηφία από τα τρία μέλη της αντιβασιλείας, καθώς τα αναπληρωματικά μέλη είχαν μόνο συμβουλευτική ψήφο. Παρότι ο συλλογικός χαρακτήρας της αντιβασιλείας είχε επιλεγεί με στόχο να αποφευχθεί η υπερσυγκέντρωση της εξουσίας σε ένα πρόσωπο, τελικά οι φιλοδοξίες, κυρίως του Άρμανσμπεργκ, δημιούργησαν έριδες και ανταγωνισμούς. Πολύ σύντομα, στα τέλη Ιουλίου 1834, ο Άρμανσμπεργκ πέτυχε την ανάκληση των Μάουρερ και Έυδεκ και έτσι παρέμεινε ο μαναδικός κυρίαρχος στη διακυβέρνηση του τόπου. Η μονοκρατορία του μάλιστα δε σταμάτησε ούτε με την ενηλικίωση του Όθωνα (1835) και συνεχίσθηκε ως τον Ιανουάριο του 1837, οπότε και παύθηκε. Έκτοτε ξεκινά ουσιαστικά η απολυταρχική διακυβέρνηση της χώρας από τον Όθωνα.