 |
Διονύσιος Σολωμός, EΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ (απόσπασμα)
Σχεδίασμα B'
(1834-1844)
1. Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι' η μάνα το ζηλεύει.
Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα, και κλαίει:
"Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω γω στο χέρι;
Oπού συ μούγινες βαρύ, κι' ο Aγαρινός το 'ξέρει. [...]
2. [...] O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι όσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα σε κλειούνε.
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι' ολόλευκο εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ' έφθασε μ' ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Το σκουληκάκι βρίσκεται σ' ώρα γλυκιά κι' εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι' όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Tρέμ' η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της. [...]
Πολίτης, Λ. (επιμ.), Διονυσίου Σολωμού, Άπαντα, τόμος πρώτος:
Ποιήματα, Aθήνα, Ίκαρος, 1993, (6η έκδοση), σ. 215-217.
Aριστοτέλης Bαλαωρίτης, O ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΑ (απόσπασμα)
(1863)
"Mέριασε, βράχε, να διαβώ"! το κύμ' ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο,
"μέριασε, μες στα στήθη μου, πούσαν νεκρά και κρύα
μαύρος βορειάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Aφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου πούπε τώρα,
βράχε, θα πέσης, έφτασεν η φοβερή σου ώρα!
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
και σώγλυφα και σώπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ' εκύτταζες και φώναζες του κόσμου
να ιδή την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου.
Kι' αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ' εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ' έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σάνοιγα, το λάκκο πούθε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στην άμμο.
Σκύψε να ιδής τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη
τα θέμελά σου τάφαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Mέριασε, βράχε, να διαβώ! Tου δούλου το ποδάρι
θα σε πατήση στο λαιμό... Eξύπνησα λιοντάρι" ... [...]
Kουχτσόγλου, Γ. (επιμ.), ’παντα των νεοελλήνων κλασσικών, A. Bαλαωρίτης,
1. Ποιήματα, Aθήνα, Eταιρεία Eλληνικών Eκδόσεων, χ.χ., σ. 262.
|
 |