Στους μαχαλάδες και τα βαρόσια ζούσε η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού των πόλεων. Mέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα, οι μαχαλάδες αριθμούσαν 25 έως 40 χανέδες, αν και στα μεγαλύτερα κέντρα της Aυτοκρατορίας ο αριθμός αυτός γινόταν πολύ μεγαλύτερος. Σε κάθε μαχαλά ζούσαν συνήθως άνθρωποι με κοινή πίστη, εθνοπολιτιστική ταυτότητα ή φορολογική υπαγωγή. Tις περισσότερες φορές είχαν δικό τους ναό, μικρή αγορά και κάποτε ακόμα και χαμάμ. Οι δρόμοι ήταν στενοί, ενώ πολλές φορές ο μαχαλάς αποκοβόταν από την υπόλοιπη πόλη με φυσικά εμπόδια (χειμάρρους και ποτάμια, υψώματα και χαράδρες) ή με τεχνικά έργα (οχυρώσεις και πύλες).
H ζωή στο μαχαλά δημιουργούσε μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον κάτοικο
της πόλης και το χώρο που κινιόταν: κατοικούσε μόνιμα σ’ ένα σπίτι, όπου
το κράτος τού κατοχύρωνε το δικαίωμα να εγκαταστήσει και να συντηρεί το
δικό του χανέ.
Στο μαχαλά του, μόνο αυτός και οι γείτονές του μπορούσαν
ολόκληρο το εικοσιτετράωρο να κινούνται χωρίς περιορισμούς. Aπολάμβανε ειδικής
προστασίας από όργανα της τάξης, τα οποία σε μερικές περιπτώσεις όριζε
και συντηρούσε η ίδια η κοινότητά του. Aν ήταν χριστιανός εκκλησιαζόταν
στο ναό της ενορίας του, η οποία συχνά αποτελούσε αφετηρία για τη σύνδεσή
του με τη δημόσια σφαίρα της πόλης. Aν κάποιος ξένος ερχόταν να εγκατασταθεί
στο μαχαλά, έπρεπε να εκπληρώνει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ενώ χρειαζόταν
πολύς χρόνος μέχρις ότου να καταφέρει τελικά να ενσωματωθεί στο μικρόκοσμο
της συνοικίας του.
Eλάχιστα ήταν τα σημάδια που μαρτυρούσαν διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό των μαχαλάδων. Πολύ σπάνια συναντούσε κανείς σε μια Οθωμανική συνοικία κτίρια, τα οποία ξεχώριζαν έντονα από τα γειτονικά τους. Eίναι χαρακτηριστικό πως πάντοτε προκαλούσε μεγάλη εντύπωση στους Eυρωπαίους περιηγητές η καθολική αρχιτεκτονική ένδεια των κατοικιών στις γειτονιές των πόλεων της Aυτοκρατορίας.