Στην περίοδο από το 1081-1204 γνώρισαν ανάπτυξη τομείς της αστικής
οικονομίας, όπως το εμπόριο και η βιοτεχνία, λόγω της σημαντικής
αναζωογόνησης των περιφερειακών αστικών κέντρων και της δημιουργίας
νέων πόλεων. Η αστική ζωή αναβίωσε σε μεγάλη κλίμακα, περισσότερο στη
Βαλκανική και λιγότερο στις πόλεις της Μικράς Ασίας, που έμειναν κατά
βάση αγροτικές. Στις πόλεις παρατηρήθηκε έντονη βιοτεχνική δραστηριότητα
και μεγάλη εμπορική κίνηση. Το διαμετακομιστικό εξωτερικό εμπόριο
ξαναβρήκε το διευρυμένο πεδίο δράσεως που είχε παλιότερα: οι
οικονομικές συναλλαγές με τους γύρω λαούς (Ρώσους,
Χαζάρους,
Κουμάνους,
Ούγγρους, Τούρκους και τους υπόλοιπους της ανατολικής
Μεσογείου) πύκνωσαν, παρά τις δυσκολίες που προκάλεσαν οι τοπικοί
πόλεμοι και η δράση των πειρατών. Τα προϊόντα που μεταφέρονταν ήταν
τα ίδια όπως στους προηγούμενους αιώνες: εισάγονταν μπαχαρικά, γούνες,
όπλα, σκλάβοι και υφάσματα και εξάγονταν γεωργικά προϊόντα και
βυζαντινά είδη πολυτελείας. Όσον αφορά στη σταδιακή μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη Μικρά Ασία στην Ευρώπη, δύο ήταν οι αιτίες που συνέβαλαν. Πρώτον, την εποχή αυτή άρχισαν να αναπτύσσονται περισσότερο οι ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας και γενικά η δυτική Ευρώπη. Σ' αυτό βέβαια βοήθησε και η συρρίκνωση του μικρασιατικού βυζαντινού χώρου από τις τουρκικές κατακτήσεις. Δεύτερον, οι ιταλικές πόλεις εισέδυαν ολοένα και βαθύτερα όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό εμπόριο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα μετά τα μέσα του 12ου αιώνα. Τα προνόμια που παραχωρούνταν στους ιταλούς εμπόρους, ιδίως στους βενετούς, επέτειναν την κατάσταση αυτή, που τελικά οδήγησε στη μετατόπιση των μεγάλων εμπορικών δρόμων έξω από τα σύνορα του Βυζαντίου και την παρακμή της βυζαντινής εμπορικής ναυτιλίας. |