σασσανιδική τέχνη: η περσική τέχνη της δυναστείας των Σασσανιδών (226-651).

σεβαστή: τιμητικός τίτλος που δημιούργησε ο Κωνσταντίνος Θ' ο Μονομάχος στα μέσα του 11ου αιώνα και που προέρχεται από τη μετάφραση του αυτοκρατορικού επιθέτου augustus. O τίτλος δόθηκε διαδοχικά στις δύο ερωμένες του αυτοκράτορα.

σεβαστοκράτωρ: αξίωμα που καθιερώθηκε το 1081 από τον Αλέξιο Κομνηνό για το μεγαλύτερο αδελφό του Ισαάκιο και αντιστοιχούσε σε αυτό του αντιβασιλέα.

σέκρετον: όνομα που χρησιμοποιούνταν για βυζαντινά γραφεία κυβερνητικών αξιωματούχων ή δημόσιες υπηρεσίες (κάτι σαν τα υπουργεία σήμερα).

Σελτζούκοι Τούρκοι ή Τούρκοι του Ικονίου: το πρώτο τουρκικό φύλο που ξεκινώντας από τις πεδιάδες του Τουρκεστάν διέσχισε την Περσία και έφθασε μέχρι τα παράλια του Αιγαίου και του Ελλήσποντου, όπου ίδρυσε ένα ισχυρό κράτος με κέντρο το Ικόνιο (11ος αιώνας). Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα το κράτος γνώρισε αξιοσημείωτη ευημερία. Μετά την ήττα από τους Μογγόλους το 1243 το κράτος των Σελτζουκιδών βρισκόταν σε αναταραχή ως τις αρχές του 14ου αιώνα, όταν διαλύθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ιδρύθηκαν τότε στην πρώην επικράτεια των Σελτζούκων μικρά τουρκικά εμιράτα, όπως του Καραμάν, του Τζερμιγιάν, του Μεντεσί, του Αϊδινίου, του Σαρουχάν, του Καρασί και του Οσμάν. Το τελευταίο επρόκειτο να καταλύσει έναν αιώνα περίπου αργότερα τη βυζαντινή αυτοκρατορία.

σερβικό κράτος Ζέτας: η Zέτα ή Zέντα ήταν περιοχή που περιλάμβανε τα νοτιοδυτικά τμήματα της Γιουγκοσλαβίας και το βόρειο τμήμα της Αλβανίας.

Σερβοκροάτες: μία από τις τρεις ομάδες (οι άλλες δύο είναι οι Σλοβένοι και τα σλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μεταξύ του Δούναβη και του Αίμου) του κλάδου των νοτίων Σλάβων. Εμφανίζονται στα τέλη του 6ου αιώνα κοντά στο Δυρράχιο και εγκαθίστανται αργότερα στις ομώνυμες χώρες.

Σέργιος Α': (;-638). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (610-638). Συνδέθηκε στενά με την πολιτική του αυτοκράτορα Ηρακλείου για το συμβιβασμό ορθοδόξων-μονοφυσιτών και εισηγήθηκε τις βασικές θεολογικές θέσεις της αιρετικής διδασκαλίας του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού.

σηρικοί τροχοί: διακοσμητικό μοτίβο από συμπλεκόμενους κύκλους.

scriptorium: κέντρο παραγωγής βιβλίων, με εργαστήρια αντιγραφής και εικονογράφησης χειρογράφων, που βρισκόταν κυρίως σε βυζαντινά μοναστήρια. Υπήρχε επίσης αυτοκρατορικό scriptorium, καθώς και κάποια ιδιωτικά στην Ύστερη Βυζαντινή περίοδο. Πολλές φορές και τα μοναστικά scriptoria συνεργάζονταν με ιδιώτες εικονογράφους χειρογράφων.

σιμούρβ: μυθικό ζώο με κεφάλι σκύλου, πόδια λιονταριού, με φτερά και μεγάλη ουρά που συμβολίζει στη σασσανιδική τέχνη μια ευεργετική για τη σπορά μορφή.

Σκυθία: περιοχή στα νότια του Δούναβη γνωστή από τα ρωμαϊκά χρόνια.

Σκυλίτζης Ιωάννης: ιστορικός. Γνωρίζουμε ότι έζησε στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα. Το έργο του "Ιστορική Σύνοψη" για τα έτη 811-1057 αποτελεί τη μοναδική μικρογραφημένη βυζαντινή χρονογραφία. Το χειρόγραφο με το έργο του Σκυλίτζη που βρίσκεται στη Μαδρίτη περιέχει 574 μικρογραφίες.

Σλάβοι: με τον όρο εννοούμε μία ομάδα του κλάδου των νοτίων Σλάβων (οι άλλες δύο είναι οι Σλοβένοι και οι Σερβοκροάτες). Μνημονεύονται στις ελληνικές και λατινικές πηγές από τα μέσα περίπου του 6ου αιώνα. Από την αριστερή όχθη του Δούναβη εισέβαλαν στα βόρεια Βαλκάνια, ενώ από τις αρχές του 7ου αιώνα άρχισαν να εγκαθίστανται νοτίως του Δούναβη στις λεγόμενες Σκλαβηνίες. Προς το τέλος του αιώνα οι Βούλγαροι απέκτησαν τον έλεγχο κάποιων Σκλαβηνιών και δημιούργησαν το πρώτο βουλγαρικό κράτος.

Σούδα: έχουν υποστηριχθεί οι απόψεις ότι το όνομα του λεξικού προέρχεται: είτε από τη συγγραφή του από κάποιον Σουΐδα, είτε από κακή ανάγνωση της λατινικής λέξης guida που σημαίνει οδηγός. Επικρατέστερη ωστόσο είναι σήμερα η άποψη ότι ο σωστός τύπος είναι Σούδα που σημαίνει τάφρος, δηλαδή συλλέκτης και, κατά συνέπεια, εγκυκλοπαίδεια.

σπαθάριος: αξίωμα που στα υστερορωμαϊκά χρόνια δήλωνε τον αυτοκρατορικό ή ιδιωτικό σωματοφύλακα. Στις αρχές του 8ου αιώνα πιθανότατα έγινε τιμητικός τίτλος. Τον 9ο αιώνα άρχισε να υποτιμάται, ενώ από τον 11ο αιώνα και εξής εμφανίζεται σπάνια στις πηγές.

σπανθαροκανδιδάτος: αξίωμα που σχηματίζεται από εκείνα του σπαθάριου και του κανδιδάτου. Εμφανίζεται στις πηγές τον 9ο αιώνα και στα "Τακτικά" της περιόδου τοποθετείται μεταξύ του δισύπατου και του σπαθάριου. Ανήκε σε κατώτερους υπαλλήλους, νοτάριους ή δικαστές. Το αξίωμα παύει να χρησιμοποιείται από το 12ο αιώνα.

Σταυράκιος: (;-812). Βυζαντινός αυτοκράτορας (811). Γιος του Νικηφόρου Α' και συμβασιλέας του από το 803. Ανατράπηκε από το Μιχαήλ Α' Ραγκαβέ και αναγκάστηκε να καρεί μοναχός.

σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός: τύπος ναού στον οποίο η διάταξη των εσωτερικών χώρων και της στέγασης διαμορφώνουν το σχήμα του σταυρού. Ανάλογα με τον αριθμό των στηριγμάτων του τρούλου (κιόνων και πεσσών) χαρακτηρίζεται ως δικιόνιος ή δίστυλος, τετρακιόνιος και οκτάστυλος.

Στέφανος Νεμάνια: (1166 ή 1167-1196). Μέγας ζουπάνος της Ρασκίας (Σερβίας). Σε αυτόν οφείλεται η ανεξαρτησία της Σερβίας και η σύσταση του μεσαιωνικού σερβικού κράτους.

στρατηγός: αξίωμα της επαρχιακής διοίκησης του βυζαντινού κράτους. Αρχικά ο τίτλος δινόταν στον στρατιωτικό και πολιτικό διοικητή των θεμάτων, των μεγάλων δηλαδή γεωγραφικών και διοικητικών ενοτήτων της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Σταδιακά ο τίτλος έχασε την ισχύ του και ήδη στον 11ο αιώνα οι στρατηγοί μετατράπηκαν σε απλούς διοικητές στρατιωτικών μονάδων, υπεύθυνων για την άμυνα μιας περιοχής.

στρατηγός Θρακησίων: ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής του θέματος των Θρακησίων, δηλαδή της περιοχής της δυτικής Μικράς Ασίας.

συγκεντρωτικός έλεγχος αστικής οικονομίας: φαινόμενο που αποδεικνύεται από την ξαφνική εμφάνιση τον 7ο και 8ο αιώνα μικρών σφραγίδων από μόλυβδο (μολυβδόβουλλων), οι οποίες χρησιμοποιούνταν από τους κομμερκιάριους. Αυτοί ήταν κρατικοί αξιωματούχοι υπεύθυνοι για την προμήθεια και τη διανομή των βιοτεχνικών αγαθών, τη ρύθμιση του εμπορίου και τη συλλογή των έμμεσων φόρων στο βυζαντινό κράτος, λειτουργίες που πραγματοποιούνταν στις κρατικές Αποθήκες κάθε επαρχίας. Οι σφραγίδες χρησιμοποιούνταν απ' αυτούς πρώτον για να σφραγίσουν δέματα εμπορευμάτων που είχαν ζυγιστεί και κοστολογηθεί, έτσι ώστε να μην ανοίγουν, και δεύτερον για να εγγυηθούν, με την υπογραφή που είχαν ως επιγραφή, τη γνησιότητά τους και τον έλεγχο του αυτοκράτορα. Οι σφραγίδες των κρατικών αυτών αξιωματούχων που ήλεγχαν το εμπόριο και τη βιοτεχνία εξαφανίστηκαν από το τέλος του 8ου και τον 9ο αιώνα, πράγμα που δείχνει ότι ο κρατικός έλεγχος αυτός δεν ήταν πια απαραίτητος για τη ρύθμιση των αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων, οι οποίες είχαν ξαναπάρει το δρόμο τους μέσα στη γενική ανάκαμψη της οικονομίας.

σύγκλητος: απόγονος της συγκλήτου του υστερορωμαϊκού κράτους, το σώμα αυτό επέζησε μέχρι τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους με διαφορετικές όμως αρμοδιότητες. Ο ρόλος της στο βυζαντινό κράτος ήταν κυρίως συμβουλευτικός και τελετουργικός. Για παράδειγμα οι συγκλητικοί συμμετείχαν στην τελετή στέψης ενός αυτοκράτορα αν και δεν είχαν καμία επιρροή στην ανακήρυξή του.

Συνεχιστής του Θεοφάνη: ονομασία μιας σειράς χρονικών που σώθηκε σε ένα μόνο χειρόγραφο του 11ου αιώνα και καλύπτει την περίοδο 813-961. Ονομάστηκε έτσι γιατί ο ανώνυμος συγγραφέας του στην αρχή του κειμένου αναφέρει πως το έργο του συνεχίζει τη χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή.

σύνθετος τετρακιόνιος εγγεγραμμένος σταυροειδής: τύπος του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, όπου ο τρούλος στηρίζεται σε τέσσερις κίονες. Xαρακτηριστικό είναι ότι στον ορθογώνιο πυρήνα του κτίσματος, δηλαδή στον κυρίως ναό, προστίθεται ξεχωριστός τριμερής χώρος όπου διαμορφώνεται το τριμερές ιερό. Ο αρχιτεκτονικός αυτός τύπος χαρακτηρίζει τη σχολή της Κωνσταντινούπολης και ήταν ελάχιστα διαδεδομένος στον ελλαδικό χώρο.

σύνθρονο: είναι η σειρά των βαθμιδωτών καθισμάτων σε ημικυκλική διάταξη μπροστά από την κόγχη του ιερού, που προορίζεται για να κάθονται οι κληρικοί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Στο μέσο του τοποθετείται ο επισκοπικός θρόνος.

σφαιρικά τρίγωνα: Oι κοίλες τριγωνικές επιφάνειες που σχηματίζονται ανάμεσα στους πεσσούς (ή στους κίονες) και στην κυκλική βάση του τρούλου. Bοηθούν στη μετάβαση από την τετράγωνη κάτοψη του κυρίως ναού στο κυκλικό σχήμα του τρούλου.

σχήματα αψίδων: ημικυκλική, τρίπλευρη, πεταλόσχημη.