|
|
|
 |
|
Η Πρώιμη Βυζαντινή περίοδος ανέδειξε κάποιους επιστήμονες που
διακρίθηκαν ως "διάδοχοι" της αρχαίας ελληνικής ιατρικής. Πρώτος στη
σειρά ήταν ο Ορειβάσιος (325-403), γιατρός του αυτοκράτορα Ιουλιανού (361-363). Καταγόταν από την Κύπρο (325-403) και ήταν μαθητής του
Ζήνωνα. Ο Ιουλιανός, όταν το 355 ήταν εξόριστος στην Ανατολή, τον
έφερε μαζί του στη Γαλατία. Έγραψε πολυάριθμα έργα, όπως η
Σύνοψις, τα Collectanea artis medicae, και "Σχόλια" στους "Αφορισμούς" του
Ιπποκράτη. Ακολούθησαν ο Αέτιος από την 'Αμιδα της Μεσοποταμίας
και ο Αλέξανδρος από τις Τράλλεις, τον 6ο αιώνα. Ο πρώτος ήταν
αξιωματούχος και συγγραφέας, σπούδασε στην Αλεξάνδρεια, έγινε
αρχίατρος της βυζαντινής αυλής και τιμήθηκε με το αξίωμα του
κόμητος του Οψικίου(διοικητικό διαμέρισμα της M. Aσίας). Το ιατρικό συμπιληματικό έργο του σε 16 βιβλία, που είναι
γνωστό με τον τίτλο Βιβλία ιατρικά εκκαίδεκα δείχνει επιρροή του
Γαληνού. Ο Αλέξανδρος ο Τραλλιανός (περ.525 - περ.605) ήταν αδελφός
του περίφημου αρχιτέκτονα Ανθέμιου, στον οποίο ο Ιουστινιανός ανέθεσε
τη μελέτη του ναού της Αγίας Σοφίας, και γιος του επίσης ιατρού
Στεφάνου. Από τον πατέρα του μυήθηκε στις βασικές ιατρικές γνώσεις της
εποχής του, τις οποίες εμπλούτισε με συνεχή ταξίδια στην Ιταλία, την
Αφρική, την Ισπανία και τη Γαλατία. Στη Ρώμη, όπου εγκαταστάθηκε και
άσκησε το ιατρικό επάγγελμα στη συνέχεια, απέκτησε μεγάλο όνομα και
θεωρήθηκε κατώτερος μόνον του Ιπποκράτη, του Γαληνού και του Αρεταίου.
Κύριο έργο που άφησε είναι τα Θεραπευτικά σε 12 βιβλία. Τέλος, ο
7ος αιώνας ανέδειξε τους Θεόφιλο Πρωτοσπαθάριο και Παύλο Αιγινήτη. Ο
Θεόφιλος ήταν πρωτοσπαθάριος του αυτοκράτορα Ηρακλείου A'
(610-641), ενώ στο τέλος της ζωής του ασπάστηκε το μοναχικό βίο.
Αποδίδονται σ' αυτόν πολλά ιατρικά συγγράμματα που στηρίζονται στις
θεωρίες του Γαληνού. Ο Παύλος από την Αίγινα σταδιοδρόμησε στην
Αλεξάνδρεια και διακρίθηκε ως ο τελευταίος μεγάλος εγκυκλοπαιδιστής της
αρχαίας ελληνικής ιατρικής. Tο έργο του Επιτομής Ιατρικής Βιβλία Επτά
περιέχει σχεδόν κάθε ιατρική γνώση της εποχής του. Το έργο του επηρέασε
την αραβική ιατρική και μέσω αυτής τη μεταγενέστερη ιατρική στη Δύση.
Αλλά και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί ήταν ιδιαίτερα υπερήφανοι γι' αυτόν και
η πραγματεία του περί χειρουργικής (σε 7 βιβλία) έχαιρε τόσης εκτίμησης,
ώστε μεταφράστηκε στη λατινική γλώσσα τουλάχιστον τρεις φορές κατά τη
διάρκεια του 16ου αιώνα.
|
|
|