Στους
Σκοτεινούς χρόνους και τη Γεωμετρική περίοδο οι κανόνες που ρύθμιζαν τις
πράξεις των ανθρώπων δε διακρίνονταν σε θείους και ανθρώπινους, αλλά αποτελούσαν
ένα ενιαίο, αδιαφοροποίητο σύνολο. Διαμορφώνονταν σιγά σιγά στη συνείδηση
των μελών κάθε κοινότητας ως κανόνες ηθικής και δικαίου, γίνονταν δηλαδή
εθιμικοί κανόνες. Σε καμία ελληνική περιοχή δεν υπήρχε γραπτός κώδικας νόμων
πριν από τον 7ο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, όσες κοινότητες είχαν καθιερώσει μία
διαδικασία για τη διευθέτηση των διαφορών που προέκυπταν μεταξύ των μελών
τους και για την τιμωρία των παραβατών μπορεί να θεωρηθούν ότι είχαν κάποιο
νομικό σύστημα. Οι δικαστές δίκαζαν με βάση το φυσικό δίκαιο, τις άγραφες
διατάξεις, που στο παρελθόν απέβλεπε στη διατήρηση της αλληλεγγύης του γένους.
Αλλά με τη διαμόρφωση του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας και την κοινωνική
διαφοροποίηση οι άγραφες διατάξεις, λόγω της υποκειμενικότητας και της ελαστικότητας
των ανθρώπων που τις εφάρμοζαν, δεν επαρκούσαν. Χρειάσθηκαν σκληροί και
μακροχρόνιοι αγώνες για να προχωρήσουν οι Έλληνες από το έθιμο, που το ερμήνευαν
οι ιερείς και οι άρχοντες -στις περισσότερες περιπτώσεις βέβαια "κατά το
δοκούν" και σύμφωνα με το συμφέρον της κρατούσας τάξης- στο γραπτό
νόμο, ο οποίος είχε σταθερότητα και χρησίμευε ως τροχοπέδη στις αυθαιρεσίες
των αρχόντων. |