Κατά την περίοδο 1922-32 ο εξωτερικός δανεισμός έφτασε συνολικά τα 1.022.000 χρυσά φράγκα, ποσό που αντιπροσώπευε το 150% του ετήσιου ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος. Αρχικά η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς μετά το 1922 και αργότερα η σταθεροποίηση της δραχμής το 1928 και η εξυγίανση του πιστωτικού συστήματος υπήρξαν οι λόγοι που έκαναν την Ελλάδα ενδιαφέρουσα στους ξένους κεφαλαιούχους. Εκτός από τα δάνεια για την αποκατάσταση των προσφύγων, συνάφθηκαν δάνεια για την πραγματοποίηση αποξηραντικών και υδρευτικών έργων καθώς και για την επέκταση του οδικού και του σιδηροδρομικού δικτύου.

Από το συνολικό προϊόν των εξωτερικών δανείων, το 37% διατέθηκε για την αποκατάσταση των προσφύγων, το 31% σε παραγωγικά έργα και το 32% απορροφήθηκε από τρέχουσες ανάγκες του δημόσιου προϋπολογισμού και της εξυπηρέτησης των δανείων. Οι σημαντικότεροι αγοραστές των ελληνικών χρεογράφων στο εξωτερικό ήταν η Τράπεζα Hambro's του Λονδίνου, το συγκρότημα Speyer & Co της Νέας Υόρκης και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Στην κατηγορία των άμεσων επενδύσεων οι ξένες εταιρείες Πάουερ εντ Τράκτιον, Ούλεν και Φαουντέϊσον εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα. Η ξένη παρουσία είχε σχέση και με τη συρρίκνωση της διεθνούς αγοράς και τον περιορισμό της ζήτησης κεφαλαίων σε άλλες περιοχές της ηπείρου. Ενώ τα επιτόκια στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έπεφταν, στην Ελλάδα παρουσίαζαν την ίδια εποχή μεγάλη άνοδο, ώστε να παραμένουν τριπλάσια των δυτικών.