Διαδικασίες
Συνήθης διαδικασία (γραφή-δίκη)

Η συνήθης διαδικασία για μια αγωγή ή ποινική δίωξη ξεκινούσε με την υποβολή στον αρμόδιο άρχοντα αναφοράς ή καταγγελίας για κάποιο δημόσιο (γραφή), όπως σώζεται στο Δημοσθένη (Περί του στεφάνου, 54-55), ή για κάποιο ιδιωτικό αδίκημα (δίκη). Ο Τodd (1993, σ. 102-109) απαριθμεί 25 διαφορετικές γραφαί, που έχουν πιστοποιηθεί, και 24 δίκαι.

Η διαφορά ανάμεσα στη γραφή και τη δίκη βρίσκεται στο βαθμό που η κοινωνία αισθανόταν ότι υπήρχε κάποιο έννομο αγαθό και συμφέρον για να προστατευτεί, με το να επιτρέπει σε οποιονδήποτε πολίτη να υποβάλλει καταγγελία. Αυτό συνέβαινε όταν υποστηριζόταν ότι αδικήματα, όπως η ασέβεια, η δωροδοκία, η ύβρις και η κατάργηση του πολιτεύματος είχαν διαπραχθεί.

Επειδή ο κίνδυνος για κακόβουλη ποινική δίωξη ήταν μεγάλος σε ένα τέτοιο σύστημα, στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. ορίστηκε ότι,εάν ο κατήγορος σε μια γραφή δεν έπαιρνε το 20% των ψήφων, θα έπρεπε να πληρώσει πρόστιμο 1000 δραχμών. Μετά την υποβολή για παραπομπή σε δίκη και την κλήτευση του αντιδίκου, υπήρχε το στάδιο της δημόσιας διαιτησίας. Αν και αυτό αποτύγχανε, η υπόθεση οδηγούνταν στο δικαστήριο. Η απόφαση των ενόρκων ήταν αμετάκλητη.

Ειδικές διαδικασίες

Εκτός από τη συνήθη διαδικασία υπήρχαν και μια σειρά από ειδικές διαδικασίες. Η ιδιομορφία τους βρίσκεται στη διαφορετική μεταχείριση που ο νόμος επέβαλλε είτε σε κατηγορίες ανθρώπων είτε στο αντικείμενο της διαφοράς.

Πρώτα από όλα υπήρχε στην Αθήνα ένα είδος διαδικασίας που αφορούσε τις μικροδιαφορές. Τον 4ο αιώνα οι Σαράντα έκριναν υποθέσεις που το αντικείμενό τους ήταν μικρότερο από 10 δραχμές (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 53. 1-2) .

Ήταν πιθανόν να συλληφθεί ένας εγκληματίας, ο οποίος ήταν κακούργος, ή δολοφόνος ή πολίτης που του είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου παραβαίνοντας τους όρους εξορίας του πριν (απαγωγή) ή μετά την υποβολή ποινικής δίωξης (ένδειξις) στον αρμόδιο άρχοντα, ή να καθοδηγηθεί ο άρχοντας να κάνει τη σύλληψη (εφήγησις).

Η περιουσία εκείνων που όφειλαν στο κράτος έπρεπε να καταγραφεί σε καταλόγους με σκοπό την πώλησή της σε δημοπρασία και οποιαδήποτε δίκη προέκυπτε από αυτή τη διαδικασία ονομαζόταν απογραφή.

Η διαδικασία της φάσης είναι ασαφής. Ήταν ένα είδος καταγγελίας σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονταν με το εμπόριο και τα μεταλλεία, την καταπάτηση δημόσιας περιουσίας, ασεβείς πράξεις και την κακομεταχείριση των ορφανών. Ο μηνυτής υπέβαλλε γραπτή καταγγελία στον αρμόδιο άρχοντα.

Σε κληρονομικές υποθέσεις η οποιαδήποτε αμφισβήτηση στην επίσημη δικαστική απόφαση για την περιουσία που είχε κληρονομηθεί προβαλλόταν μέσα από μία διαδικασία, ενώ σε μία κατάσχεση, εάν κάποιος ισχυριζόταν ότι είχε περισσότερα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί της περιουσίας από ό,τι η πόλις, υπέβαλλε ένα είδος διαδικασίας που ονομαζόταν ενεπίσκημμα. Η διαδικασία επίσης εφαρμοζόταν σε υποθέσεις αμφισβητούμενης καταλληλότητας για την ιδιωτική χορηγία ενός δημόσιου γεγονότος (λειτουργία).

Στα μέσα του 4ου αιώνα καθιερώθηκε μια ειδική διαδικασία για ιδιαίτερες υποθέσεις που ονομάζονταν έμμηνοι δίκαι, επειδή μπορούσαν να εισαχθούν ενώπιον των θεσμοθετών κάθε μήνα. Σε αυτή την ταχεία διαδικασία συμπεριλαμβάνονταν μεταξύ άλλων και οι εμπορικαί δίκαι.

Κατά αρχόντων της πόλης

Υπήρχαν δύο πιθανοί τρόποι για να αμφισβητηθούν και να κατηγορηθούν οι άρχοντες της πόλεως για τις πράξεις τους κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων τους. Στο τέλος της θητείας τους, όταν περνούσαν από ένα είδος ελέγχου σχετικά με την άσκηση του αξιώματός τους και ιδιαίτερα με τη διαχείριση δημόσιου χρήματος (εύθυνα). Και συνηθέστερα τον 4ο αιώνα μπορούσαν να παραπεμφθούν από οποιονδήποτε Αθηναίο στη Βουλή ή στην Εκκλησία του Δήμου μετά τη θητεία τους, χωρίς χρονικό περιορισμό (εισαγγελία). Η κατάχρηση της διαδικασίας αυτής οδήγησε τους Αθηναίους να αντιμετωπίσουν μετά το 330 π.Χ. την εισαγγελία όπως οποιαδήποτε άλλη γραφή, όπου εάν ο μηνυτής δεν κατάφερνε να συγκεντρώσει το 1/5 των ψήφων έπρεπε να πληρώσει πρόστιμο 1000 δραχμών.

Αρχική Σελίδα