Διαιτησία

Η πρωτοβουλία να πάει κανείς στο δικαστήριο δε θεωρούνταν πάντα ως η πρώτη επιλογή. Συνήθως εξετάζονταν οι ενέργειες που έπρεπε να γίνουν, όπως στο Δημοσθένη, Κατά Ευέργου και Μνησιβούλου Ψευδομαρτυριών Α', 71, όπου ο ομιλητής, έχοντας περιγράψει τον τραυματισμό που η πρώην θεραπαινίδα του υπέστη καθώς και τις συμβουλές που του δόθηκαν, αναφέρεται επακριβώς σε συζητήσεις με φίλους σχετικά με το πώς θα έπρεπε να προχωρήσει.

Αυτή η περίοδος διαβουλεύσεων θα περιλάμβανε κυρίως μια εκτίμηση των πιθανοτήτων επιτυχίας της δίκης, άλλες εναλλακτικές λύσεις καθώς και την παροχή συμπαράστασης. Στην αρχαία Αθήνα η διαιτησία, δηλαδή η παραπομπή μιας διαφοράς σε τρίτους για διευθέτηση, μπορούσε να είναι ιδιωτική ή δημόσια. H δημόσια διαιτησία αποτελούσε μέρος του δικαστικού μηχανισμού της πόλεως και ως εκ τούτου ρυθμιζόταν από αυτή. Eπίσης, οι πόλεις-κράτη μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη διακρατική διαιτησία για την επίλυση των διαφορών τους.

Σε αντίθεση με τη δημόσια διαιτησία, η ιδιωτική υπήρχε πριν από το 403 π.Χ. (Ανδοκίδης, Περί των Μυστηρίων, 87). Στην Αθήνα προφανώς υπήρχε νόμος για την ιδιωτική διαιτησία , αλλά αμφισβητείται η γνησιότητά του. Η απόφαση να υποβληθεί μια διαφορά σε ιδιωτική διαιτησία μπορούσε να ληφθεί είτε προτού εισαχθεί η διαφορά στο δικαστήριο είτε σε οποιοδήποτε στάδιο της δικαστικής διαδικασίας πριν από την έκδοση της ετυμηγορίας.

Σε περιπτώσεις ιδιωτικής διαιτησίας και οι δύο πλευρές συμφωνούσαν να ορίσουν ένα διαιτητή για να επιλύσει τη διένεξή τους. Συνήθως συγγενείς (Δημοσθένης, Υπέρ Φορμίωνος, 15) ή φίλοι (Δημοσθένης, Προς Απατούριον, 14) ορίζονταν διαιτητές. Και οι δυο πλευρές συμφωνούσαν για τους όρους της διαιτησίας : εάν δηλαδή ο διαιτητής (-ές) έπρεπε να εκδώσει απόφαση σε περίπτωση που η διαπραγμάτευση αποτύγχανε, εάν θα έπρεπε να ακολουθήσει πιστά το νόμο ή να αναζητήσει εκείνο που είναι λογικό και πρακτικό, τι θα συνέβαινε εάν ο διαιτητής (-ές) δεν μπορούσε να συμφωνήσει με έναν από τους αντίδικους και τέλος ποιος θα εγγυόταν για τη συμμόρφωση και των δύο πλευρών στην απόφαση.

Η ακροαματική διαδικασία γινόταν σε ένα ναό ή ιερό και οι δύο διάδικοι έφερναν τους μάρτυρές τους. Ο διαιτητής (-ές) ρωτούσε, οι διάδικοι και οι μάρτυρές τους απαντούσαν. Το πιο πιθανόν είναι να μην υπήρχαν αγορεύσεις, αλλά η αντιπαράθεση, η κατ' αντιπαράσταση εξέταση και η διαπραγμάτευση να αποτελούσαν τη διαδικασία της ημέρας. Και θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η διαδικασία αυτή θα κυλούσε πάντα ομαλά― οι αναβολές και οι ενστάσεις ήταν μέρος της διαδικασίας.

Η απόφαση του διαιτητή πιθανότατα εκδιδόταν κατόπιν όρκου. Είχε δεσμευτική δύναμη με δύο έννοιες: κατά πρώτον η διαφορά δε θα μπορούσε να ξαναπάει στο δικαστήριο και κατά δεύτερον εναντίον της πλευράς που δε θα συμμορφωνόταν με την απόφαση θα μπορούσε να ασκηθεί δίκη εξούλης .

Δικαστικά αναθέματα

Μια τακτική που σχετιζόταν με την αβεβαιότητα ενός δικαστικού αγώνα ήταν η προσφυγή σε υπερφυσικά στοιχεία. Οι διάδικοι χάραζαν πάνω σε πλάκες μολύβδου κατάρες εναντίον των αντιδίκων τους και των υποστηρικτών τους. Σώζονται περίπου 25 αναθεματικές πλάκες στην Αθήνα από τα τέλη του 5ου και τον 4ο αιώνα. H πιο πρόσφατη (4ος αιώνας π.Χ.) έχει δημοσιευτεί στην επιγραφή SEG xliv 226.

Αρχική Σελίδα