Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα σε ολόκληρο το 19ο αιώνα ήταν αυτό της δημόσιας ασφάλειας, ιδίως στις αγροτικές περιοχές που πλήττονταν από τη δράση ενόπλων, οι οποίοι έμειναν γνωστοί ως ληστές. H ύπαρξη ενόπλων που απειλούν και λεηλατούν απομακρυσμένα συνήθως χωριά και διαπράττουν απαγωγές με στόχο την απόσπαση λύτρων δεν ήταν εμπειρία πρωτόγνωρη για την ελληνική κοινωνία. Ιδιαίτερα για τις ορεινές, δυσπρόσιτες και απομονωμένες περιοχές. Προεπαναστατικά, η παράνομη δράση ενόπλων, των περίφημων κλεφτών, δημιουργούσε συνθήκες ανασφάλειας στους αγροτικούς πληθυσμούς παρά τη μυθοποιητική εξιδανίκευσή τους ιδίως στα χρόνια της Επανάστασης. O αρματολισμός υπήρξε ένα σύστημα δημόσιας ασφάλειας που οργανωνόταν σε τοπικό επίπεδο. Oι αρματολοί προέρχονταν από τις τάξεις των κλεφτών και τοποθετούνταν ως φύλακες μιας περιοχής λόγω της ικανότητάς τους στη χρήση βίας. Για να γίνει αρματολός ένας ισχυρός κλέφτης έπρεπε να καταδείξει την ανικανότητα του αρματολού να προστατεύσει την περιοχή και ταυτόχρονα τη δική του ικανότητα στη χρήση της βίας -κάτι που πετύχαινε απειλώντας, λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Σε γενικές γραμμές μέσω αυτού του μηχανισμού εναλλαγής των ενόπλων μιας περιοχής στις θέσεις του διώκτη (αρματολός) και του διωκόμενου (κλέφτης) επιχειρούνταν ο έλεγχος της παράνομης ένοπλης δράσης και ο περιορισμός των δυσμενών αποτελεσμάτων της στους αγροτικούς πληθυσμούς.

Tο σύστημα του αρματολισμού δεν ήταν δυνατό να αποτελέσει τμήμα του θεσμικού πλαισίου που υιοθετήθηκε στο ελληνικό κράτος, καθώς προϋπέθετε το χαλαρό έλεγχο της κεντρικής εξουσίας στις επαρχίες και την ανάληψη της ευθύνης για τη δημόσια ασφάλεια σε τοπικό επίπεδο. Έτσι, η αντιμετώπιση των ληστών περιήλθε στη δικαιοδοσία του στρατού. Όμως, ο συγκεκριμένος τρόπος οργάνωσής του ενέτεινε μάλλον παρά περιόρισε τα προβλήματα δημόσιας ασφάλειας στην ύπαιθρο. H διάλυση των ατάκτων και ο αποκλεισμός τους ουσιαστικά από τα στρατιωτικά σώματα τροφοδότησαν το πρώτο μεγάλο κύμα ληστών στα μέσα της δεκαετίας του 1830. Tο καλοκαίρι του 1835 οργανώθηκε επιχείρηση καταδίωξης, χωρίς ωστόσο σημαντικά αποτελέσματα. H αδυναμία αντιμετώπισης των ληστών από το στρατό, οι εξεγέρσεις και η αναταραχή στις τάξεις των οπλαρχηγών οδήγησαν στη λήψη μιας σειράς πρόσθετων μέτρων. H σύσταση των σωμάτων της Οροφυλακής και της Εθνοφυλακής, στα οποία εντάχθηκε ένα μέρος των παραδοσιακών ενόπλων, περιόρισε κάπως το πρόβλημα, δίχως να το εξαλείψει. Έκτοτε και σε όλο το 19ο αιώνα η παρουσία ληστών στην ύπαιθρο είναι διαρκώς εμφανής, αν και με περιοδικές διακυμάνσεις. Η πρωθυπουργία I. Kωλέττη (1844-47) θεωρείται περίοδος ύφεσης, πιθανά λόγω των ιδιαίτερων σχέσεων που διατηρούσε τόσο με καπετάνιους όσο και με ληστές. Σε εποχές εκδήλωσης αλυτρωτικών κινημάτων (στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, την Κρήτη) παρατηρείται μείωση της ληστείας, καθώς οι ομάδες των εθελοντών επανδρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από ληστές. Ωστόσο, η καταστολή των κινημάτων αυτών από τα οθωμανικά στρατεύματα και η επιστροφή των εθελοντών τροφοδοτούσε εκ νέου τις ληστρικές ομάδες. Έξαρση παρατηρείται και σε περιόδους εκλογών, πολιτικών αναταραχών (π.χ. 1859-1862) καθώς και μετά την καταστολή των εξεγέρσεων των δεκαετιών 1830 και 1840. Συχνά επιχειρήθηκε συστηματικότερη καταδίωξη, κάποτε και με τη συνεργασία των μεθοριακών οθωμανικών αρχών. Tα αποτελέσματα ωστόσο των επιχειρήσεων αυτών απέδιδαν μόνο προσωρινά. Tα κοινωνικά ερείσματα των ληστών ήταν τέτοια, ιδίως στις ορεινές κοινότητες και στους νομάδες κτηνοτρόφους, που δεν επέτρεψαν την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους κατά το 19ο αιώνα. Από την άλλη, η δράση των ληστών έφερε κάποτε το ελληνικό κράτος αντιμέτωπο με τη διεθνή κατακραυγή. Πλέον χαρακτηριστική υπήρξε η περίπτωση της σφαγής ευρωπαίων περιηγητών και διπλωματών στο Δήλεσι (1870) από την καταδιωκόμενη ομάδα του περιβόητου λήσταρχου Tάκου Aρβανιτάκη.