Εντεύθεν ουν καθηρούντο μεν κατά πάσαν εκκλησίαν αι θείαι μορφαί, θηρία δε και όρνιθες αντί τούτων ανεστηλούντο και ενεγράφοντο.
Συνεχιστής του Θεοφάνη, Χρονικό III, 10, PG 100, 1113.
Οι μαρτυρίες για την τέχνη της περιόδου 610-867 είναι σχετικά περιορισμένες. Τόσο τα αρχαιολογικά ευρήματα όσο και τα μνημεία που σώζονται είναι ελάχιστα σε σύγκριση με τους προηγούμενους αλλά και τους επόμενους αιώνες. H εποχή σφραγίστηκε από την εικονομαχική έριδα αλλά και από ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες, όπως σεισμοί, λοιμοί, επιδρομές των Σλάβων και των Αράβων που επηρέασαν αναμφισβήτητα τη γενικότερη κατάσταση του πληθυσμού. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι δύο αιώνες μετά τον Ιουστινιανό Α΄ ονομάζονται συχνά σκοτεινοί χρόνοι, ενώ στην τέχνη η περίοδος από το 640 έως το 843 ονομάζεται Πρωτοβυζαντινή. Πρόκειται για μια περίοδο μεταβατική, που σηματοδότησε το τέλος της υστερορωμαϊκής παράδοσης και την απαρχή μιας τέχνης πνευματικής, υπερβατικής και αυστηρά δομημένης, που κυριάρχησε όλους τους επόμενους βυζαντινούς αιώνες.

Ως προς την αρχιτεκτονική, μπορεί κανείς να μιλήσει για το τέλος της ρωμαϊκής παράδοσης. Tα μεγάλα κτίσματα έδωσαν τη θέση τους σε ναούς μικρών διαστάσεων. Νέες αρχιτεκτονικές λύσεις και πειραματισμοί εμφανίστηκαν στην εξελικτική πορεία προς την οριστική διαμόρφωση του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο, που επικράτησε μετά το 843.

Kαθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ζωγραφικής έπαιξε η εικονομαχική διένεξη. Ενώ στην προεικονομαχική περίοδο άρχισαν να φαίνονται τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής εικονογραφίας, κατά την Εικονομαχία (726-843) καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος των απεικονίσεων θρησκευτικών προσώπων και σκηνών και αντικαταστάθηκε με ανεικονικό διάκοσμο για να αποκατασταθεί και πάλι μετά την αναστήλωση των εικόνων το 843.