Η πρώτη περίοδος της Μακεδονικής δυναστείας (867-1025) χαρακτηρίζεται γενικά ως μία περίοδος ακμής του Βυζαντίου. Μετά από μια σειρά μακρών πολέμων, το βυζαντινό κράτος επεκτείνει την εδαφική του κυριαρχία σε όλη τη Μικρά Ασία, τη βόρεια Συρία μέχρι τη Μεσοποταμία, τη δυτική Αρμενία και Γεωργία, ενώ στο βόρειο σύνορό του φτάνει ως το Δούναβη. Παράλληλα με το ιεραποστολικό έργο και τον εκχριστιανισμό των Ούγγρων και των Ρως, αλλά και τις νέες διπλωματικές επαφές που δημιουργούνται με τη δυτική Ευρώπη, η βυζαντινή αυτοκρατορία γίνεται ένα οικουμενικό κράτος με ακτινοβολία σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής, παρουσιάζονται σημαντικά επιτεύγματα στην οικονομική και κοινωνική ζωή και μια έντονη πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση γνωστή ως Μακεδονική Αναγέννηση.
Η κωδικοποίηση του δικαίου παίζει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση του κράτους αλλά και στην οικονομική του σταθερότητα, καθώς σχεδόν όλοι οι αυτοκράτορες της περιόδου λαμβάνουν μέτρα εναντίον της μεγάλης γαιοκτησίας και υπέρ της ενίσχυσης της βάσης του βυζαντινού κράτους, δηλαδή των μικρών καλλιεργητών και στρατιωτών.
Παράλληλη φαίνεται και η τάση για τη συστηματική καταγραφή της κληροδοτημένης πνευματικής παράδοσης, στην οποία πρωτοστατούν οι διανοούμενοι αυτοκράτορες της εποχής.
Η τάση σταθεροποίησης και οργάνωσης της αυτοκρατορίας που χαρακτηρίζει την εποχή των Μακεδόνων, μετά τη χαώδη μεταβατική περίοδο από το 610 έως το 867, έδωσε στην περίοδο το χαρακτηρισμό "αυτοκρατορικοί αιώνες" (A. Kazhdan), ενώ ο χαρακτήρας της πνευματικής ζωής ονομάστηκε "εγκυκλοπαιδικός" (P. Lemerle).